γλωσσολογία

γλωσσολογία
Επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της τη μελέτη του φαινομένου της γλώσσας. Η γλώσσα είναι μια πολύπλοκη έννοια και επομένως δεν είναι περίεργο το ότι και η σχετική επιστήμη ακολουθεί διάφορες κατευθύνσεις στις μελέτες της, οι οποίες απαιτούν εξειδικευμένες αρμοδιότητες που συχνά απέχουν πολύ μεταξύ τους. Καταρχήν μια γλώσσα μπορεί να εξεταστεί καθαυτή στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου σύμφωνα με την περιγραφική (ή εσωτερική) συγχρονική μέθοδο μελέτης. Πρόκειται για μια μέθοδο που αντιμετωπίζει μια ορισμένη γλώσσα ως καθαρά λειτουργικό όργανο: περιγράφει τη μορφική και σημασιολογική πλευρά της και γι’ αυτό διαιρείται στους κλάδους της φθογγολογίας φωνηματικής, όπως επικράτησε διεθνώς (που εξετάζει και περιγράφει τους φθόγγους και τα φωνήματα μιας ορισμένης γλώσσας), της μορφολογίας (που αναζητεί και περιγράφει τα μορφήματα), της λεξικολογίας (που αναζητεί και καταγράφει τα λεξήματα) και της σημαντικής (που περιλαμβάνει την ανάλυση των σημασιολογικών χαρακτηριστικών των λέξεων και τη σύνταξή τους δηλαδή τη μελέτη των σχέσεων μεταξύ των σημασιών μέσα στις φράσεις). Στο συγχρονικό πεδίο, δηλαδή τη μελέτη της γλώσσας σε μια δεδομένη στιγμή, μπορούμε να την εξετάσουμε όχι καθαυτή, αλλά είτε σε σχέση με τις ατομικές εκφραστικές πράξεις και προτιμήσεις –και η μελέτη αυτή ονομάζεται συγχρονική μελέτη του ύφους– είτε σε σχέση με την κοινωνική συγκρότηση της κοινότητας που χρησιμοποιεί μια δεδομένη γλώσσα (κοινωνιολογική γ. ή κοινωνιογλωσσολογία) είτε, τέλος, σε σχέση με την ψυχολογική λειτουργία των ατόμων που τη χρησιμοποιούν (ψυχολογική γ. ή ψυχογλωσσολογία). Η μελέτη του ύφους, η κοινωνιογλωσσολογία και η ψυχογλωσσολογία ονομάζονται όλες μαζί εξωτερική γ. Στη συγχρονική μελέτη όλων των ειδών, μπορούμε να περιγράψουμε μεμονωμένα γεγονότα στην ποιότητά τους ή τα ίδια γεγονότα από την άποψη της μέσης επαλήθευσής τους: στην τελευταία αυτή περίπτωση μιλάμε για στατιστική ή ποσοτική ανάλυση των γλωσσικών γεγονότων. Σήμερα υπάρχει η τάση αυτονομίας στην κατεύθυνση αυτή των μελετών, που ονομάζεται μαθηματικήποσοτική γ. Η ποσοτική γ. προσέφερε αξιόλογα αποτελέσματα κυρίως στη μελέτη των συντακτικών και λεκτικών φαινομένων. Εφόσον μια γλώσσα μεταβάλλεται περισσότερο ή λιγότερο με την πάροδο του χρόνου, είναι εύλογο εκτός από τη συγχρονική εξέταση των γλωσσικών φαινομένων να εφαρμόζεται και μια εξέταση διαχρονική. Η τελευταία μπορεί να είναι καθαρά περιγραφική και να διακριθεί σε διαχρονική φωνηματική, διαχρονική μορφολογία, διαχρονική λεξικολογία, διαχρονική σημαντική και διαχρονική σύνταξη. Πολύ συχνά η διαχρονική μελέτη χαρακτηρίζεται ως ιστορική. Η ονομασία είναι τόσο διαδεδομένη, ώστε δεν μπορούσε να μην αναφερθεί, αν και είναι αρκετά συζητήσιμη. Σημαντικό μέρος της εργασίας των γλωσσολόγων του 19ου αι. ήταν αφιερωμένο στην παραβολή των διαφόρων γλωσσών, για την ανακάλυψη κοινής καταγωγής: καρπός αυτής της εργασίας ήταν η επιστημονική αναγνώριση της ύπαρξης μιας σειράς γλωσσικών οικογενειών, όπως οι ινδοευρωπαϊκές ή αριοευρωπαϊκές γλώσσες, οι σημιτικές γλώσσες, οι ουραλοαλταϊκές γλώσσες κλπ. Σε όλη αυτήν τη συσσώρευση μελετών (που ανήκουν κατά ένα μέρος στη συγχρονική και κατά ένα άλλο μέρος στη διαχρονική γ. που περιλαμβάνει υποθετική ανάπλαση των προϊστορικών γλωσσικών σταδίων, για τα οποία δεν υπάρχουν γραπτές πηγές) δίνεται συνήθως ο όρος της συγκριτικής γ. Όπως αναφέραμε, ένα μέρος των μελετών της συγκριτικής γ. αποτελείται από την ανάπλαση των γλωσσικών σταδίων που εξαφανίστηκαν: τέτοια είναι η κοινή ινδοευρωπαϊκή, η πρωτορομανική κλπ. δηλαδή οι υποθετικές μητέρες γλώσσες, από τις οποίες γεννήθηκαν οι διάφορες ρομανικές γλώσσες κλπ. Στο πλαίσιο της αναπλαστικής γ. βασική είναι η προσπάθεια για την ανάπλαση της μορφής που είχαν οι λέξεις των γλωσσών των οποίων έχουμε γραπτά μνημεία στην υποθετική μητέρα γλώσσα ή ακόμα και στα στάδια για τα οποία δεν υπάρχουν γραπτά μνημεία. Στην ανάπλαση αυτή δίνεται ο όρος της ετυμολογίας. Για πολλούς μη ειδικούς και –σε μερικές χώρες όπου οι γλωσσικές μελέτες είναι λιγότερο ανεπτυγμένες– αρκετούς ειδικούς ακόμα, η απασχόληση με τη γ. σημαίνει κυρίως απασχόληση με την ετυμολογία· προσπαθούν για παράδειγμα να αποδείξουν πως η ελληνική λέξη παρθένος και η λατινική λέξη virgo, virginis συγγενεύουν όχι μόνο στη σημασία αλλά και γενετικά, γιατί ανάγονται σε μια κοινή ινδοευρωπαϊκή μορφή gwhrgwhen.Όπως είναι γνωστό, δεν υπάρχουν δύο γλώσσες τελείως όμοιες στις μορφικές και στις σημασιολογικές πλευρές τους. Παρ’ όλα αυτά, όλες οι γλώσσες έχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά: έτσι όλες αποτελούνται από ένα σύνολο σημασιών, μία σύνταξη, ένα μορφολογικό σύστημα και ένα φωνολογικό σύστημα. Επιπλέον, όσο μεγάλες κι αν είναι οι διαφοροποιήσεις τις οποίες παθαίνουν οι διάφορες γλώσσες, με την πάροδο του χρόνου οι διαφοροποιήσεις αυτές μπορούν να αναχθούν σε έναν περιορισμένο αριθμό τάξεων (τυχαία αίτια, κοινωνικά, πολιτιστικά αίτια κλπ.). Με άλλα λόγια, πέρα από τις ιστορικές διαφοροποιήσεις των γλωσσών, υπάρχουν γλωσσικές καθολικές έννοιες, σταθερές στη διάρθρωση, στη λειτουργία, στην εξέλιξη των γλωσσών. Το παράδοξο είναι ότι ακόμα και η ίδια η διαπίστωση της ιστορικής διαφοροποίησης των γλωσσών είναι ακριβώς μια σταθερά, μια καθολική έννοια. Με τις σταθερές αυτές ασχολείται η γενική γ. που διακρίνεται κι αυτή σε γενική φωνητική, γενική μορφολογία και σύνταξη, γενική σημαντική κλπ. Στις αγγλοσαξονικές κυρίως χώρες η απασχόληση με τη γ. σημαίνει σήμερα απασχόληση με τη γενική γ. Η ανάπτυξη των διαφόρων κατευθύνσεων μελέτης είναι τέτοια που ούτε ο πιο πολυσχιδής ειδικός δεν κατορθώνει να είναι κάτοχος όλων των τομέων. Ένας που ασχολείται με τη συγκριτική γ. πρέπει να είναι πολύγλωσσος, φιλόλογος, αρχαιολόγος, παλαιοεθνολόγος· ένας γλωσσολόγος που ασχολείται με τη λεξικολογία πρέπει να έχει εκτεταμένη μαθηματική προπαίδευση· ένας μελετητής της φωνηματικής πρέπει να είναι καλός γνώστης της φωνητικής, της νευρολογίας, της ακουστικής και ένας μελετητής της σημαντικής πρέπει να ξέρει καλά κοινωνιολογία, ιστορία του πολιτισμού και ψυχολογία. Γι’ αυτό τον λόγο σε πολλές χώρες υπάρχει η τάση να διακρίνεται καθαρά η πανεπιστημιακή διδασκαλία και η μελέτη της γενικής γ. από τη μελέτη της συγχρονικής περιγραφικής γ. και η τελευταία αυτή από τη διδασκαλία και σπουδή της παραδοσιακής ιστορικής γ. Έκδοση του 1810 της «Γραμματικής του Πορ-Ρουαγιάλ», που γράφτηκε τον 17o αι. σε ορθολογικές βάσεις και είχε πανευρωπαϊκή απήχηση. Στις «Αρχές της Νέας Επιστήμης» ο Τζαν Μπατίστα Βίκο θέτει τη μελέτη των γλωσσικών φαινομένων στη βάση κάθε γνώσης.
* * *
η
η επιστημονική μελέτη τής γλώσσας όχι μόνο με βάση τις μαρτυρίες γραπτών κειμένων και μέσα στο πλαίσιο τής συναφούς λογοτεχνίας και πολιτισμού αλλά κυρίως με την προφορική μορφή τών γλωσσών και τα προβλήματα που εμφανίζει η ανάλυσή τους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γλωσσολογία — η η επιστήμη που μελετά τη γλώσσα και τα φαινόμενά της: Εφαρμοσμένη γλωσσολογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος — (Αθήνα 1939 –). Γλωσσολόγος και πανεπιστημιακός. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας αναγορεύτηκε διδάκτορας (1969). Μετεκπαιδεύτηκε στο πανεπιστήμιο της Κολονίας, με ειδίκευση στη γλωσσολογία. Άρχισε την… …   Dictionary of Greek

  • Μεγιέ, Αντουάν — (Antoine Meillet, Μουλέν, Αλιέ 1866 – Σατομεγιάν, Σερ 1936). Γάλλος γλωσσολόγος. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γαλλικής γλωσσολογίας των αρχών του 20ού αι. και επέδειξε έντονη επιστημονική δραστηριότητα. Επηρεάστηκε κυρίως… …   Dictionary of Greek

  • Σοσίρ — (Saussure). Επώνυμο δύο Ελβετών επιστημόνων. 1. Οράτιος Βενέδικτος ντε (1740 – 1799). Φυσιολόγος. Ανάλαβε μια σειρά επιστημονικά ταξίδια στις Άλπεις και πήρε μέρος σε δυο αναρριχήσεις στο Λευκό Όρος. Σε όλες τις περιπτώσεις έκανε πολλές… …   Dictionary of Greek

  • γεωγραφία — Επιστήμη της οποίας αντικείμενο είναι η σπουδή και η περιγραφή της επιφάνειας της Γης και των φαινομένων που παρατηρούνται σε αυτήν. Σκοπός της γ., τόσο σήμερα όσο και κατά το παρελθόν, είναι να δώσει μία περιγραφή της Γης – αυτό άλλωστε… …   Dictionary of Greek

  • γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …   Dictionary of Greek

  • διάλεκτος — Όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει είτε ένα τοπικό γλωσσικό ιδίωμα σε αντιδιαστολή προς μία εθνική γλώσσα είτε μία ομάδα τοπικών ιδιωμάτων, τα οποία, πέρα από παραλλαγές, σημαντικές σε ορισμένες περιπτώσεις, περιέχουν κοινά φωνητικά,… …   Dictionary of Greek

  • διαλεκτός — Όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει είτε ένα τοπικό γλωσσικό ιδίωμα σε αντιδιαστολή προς μία εθνική γλώσσα είτε μία ομάδα τοπικών ιδιωμάτων, τα οποία, πέρα από παραλλαγές, σημαντικές σε ορισμένες περιπτώσεις, περιέχουν κοινά φωνητικά,… …   Dictionary of Greek

  • θέμα — I Το μέρος της λέξης που απομένει μετά την αφαίρεση της κατάληξής της. Είναι αμετάβλητο κατά την κλίση και φορέας της βασικής έννοιας της λέξης. Έτσι, στις λέξεις ουρανός, ταχύτητα, τρέχω, εκείνος, τα θ. είναι αντίστοιχα ουραν , ταχυτητ , τρεχ ,… …   Dictionary of Greek

  • προσωδία — Το σύνολο των γλωσσικών φαινομένων των σχετικών με τον τόνο και την ποσότητα (βραχύτητα ή μακρότητα) των συλλαβών. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στη μετρική. Αντίθετα, στη σύγχρονη γλωσσολογία, με τον όρο π. εννοούμε το σύνολο των φωνητικών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”